Το Χωριό

Ιστορία

Ο Άγιος Θεόδωρος Σολέας είναι χωριό της επαρχίας Λευκωσίας που βρίσκεται στην κοιλάδα του ποταμού Ατσά, στη γεωγραφική περιφέρεια της Σολιάς. Είναι χτισμένο σε ένα υψόμετρο 460μ πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, στα ανατολικά της Ευρύχου. Απέχει 2 περίπου χλμ από τον κύριο δρόμο Λευκωσίας- Αστρομερίτη- Ευρύχου.

Από συγκοινωνιακής πλευράς το χωριό στα βόρεια βρίσκεται κοντά στο κύριο δρόμο Λευκωσίας-Ευρύχου-Τροόδους. Στα νότια υπάρχει ένας μικρός αλλά ασφαλτοστρωμένος δρόμος, κατά μήκος του Ατσά, που συνδέει το χωριό με τα Σπήλια.

Την προέλευσή του ονόματός του το χωριό την οφείλει στον προστάτη Άγιο του, τον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη, του οποίου οι χωριανοί, αφιέρωσαν εκκλησία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κυρίου Αντρέα Αντωνίου, οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού που ήταν βοσκοί έχτισαν εκκλησία στην τοποθεσία «κάμπος της εκκλησιάς», πάνω σε ερείπια παλαιότερης. Το 1917 έγινε το μύρωμα της νέας εκκλησίας σύμφωνα με επιγραφή που υπήρχε μέσα στην εκκλησία πριν την επέκταση της προς τα δυτικά. Εξάλλου αρχές του 19ου , το 1918 ένας ξένος περιηγητής ο Jeffery George, που επισκέφθηκε το χωριό,  μεταξύ άλλων κάνει αναφορά στην ξαναχτισμένη εκκλησία του χωριού.

Ο ποταμός Ατσάς που κυλά ανατολικά και παράλληλα προς τον Καρκώτη, αν και ανεξάρτητος συχνά θεωρείται ως αναπόσπαστο τμήμα της Σολιάς. Έτσι τα δύο χωριά της κοιλάδας του Ατσά, ο Άγιος Θεόδωρος και η Πέτρα, περιλαμβάνονται στην ευρύτερη περιφέρεια της Σολιάς.

Το χωριό περιστοιχίζεται από δασική και θαμνώδη βλάστηση. Οι καλλιέργειες εντοπίζονται κυρίως κατά μήκος της στενής κοιλάδας του Ατσά εκτός από λίγα αμπέλια που καλλιεργούνταν στις πλαγιές. Εκτός από τα αμπέλια στο χωριό καλλιεργούνται οπωροφόρα (μηλιές, αχλαδιές, δαμασκηνιές), λίγα σιτηρά, όσπρια, πατάτες, λαχανικά, ελιές και αμυγδαλιές.

Από τις αναφορές στα αρχεία των Άγγλων, το 1881 οι κάτοικοι του χωριού έφθαναν μόλις στους 42 (25 άντρες και 17 γυναίκες) και στα 13 κατοικήσιμα σπίτια. Από τις ίδιες αναφορές πάλι, το 1891 οι κάτοικοι μειώθηκαν στους 33 (19 άντρες και 14 γυναίκες) και στα 9 πλέον κατοικήσιμα σπίτια. Το 1901 οι κάτοικοι διατηρούνται στα ίδια επίπεδα 32 στον αριθμό (18 άντρες και 14 γυναίκες). Φαίνεται να διπλασιάζεται ο πληθυσμός στα 1921 και να φτάνει στους 68 κατοίκους. Με συνεχή αυξητική τάση, το 1960 οι κάτοικοι ανέρχονται στους 195, για να μειωθεί σταδιακά στους 152 το 1982.

Όπως όλα σχεδόν τα χωριά της Σολιάς έτσι και ο Άγιος Θεόδωρος δέχτηκε μετά την εισβολή σημαντικό αριθμό προσφύγων, σε σημείο που ο πληθυσμός του χωριού έφτασε στους 258 κατοίκους. Σήμερα ο αριθμός των μόνιμων κατοίκων του χωριού μόλις και φθάνει τους 53 με το 1/3 περίπου από αυτούς να βρίσκονται στην τρίτη ηλικία.

Το μεταλλείο της Σκουριώτισσας όπως και του Αμιάντου βοήθησε, πριν την εισβολή στην εργοδότηση αρκετού πληθυσμού. Ένα μεγάλο μέρος όμως του πληθυσμού μετακόμισε στη Λευκωσία για εργοδότηση, όπως συμβαίνει και με άλλα χωριά της Σολέας.

Έργα

Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική

Μορφολογία χωριού
Η πυκνή και συνεχής δόμηση, οι στενοί κεκλιμένοι δρόμοι και τα μικρά τεμάχια, είναι κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά που ορίζουν τον πυρήνα του Αγίου θεοδώρου.
Το χωριό απλώνεται σε λοφώδη τοπογραφία, με βάση την οποία και οργανώνει την σύνθεση του με τρόπο που όλα τα κτίσματα εντάσσονται στο τοπίο. Οι περιοχές κατοίκησης βρίσκονται  πάνω σε δυο βουνοπλαγιές δια μέσου των οποίων περνά ένας ποταμός. Η διάταξη των κατοικιών ακολουθεί την κλίση των βουνοπλαγιών και έτσι η διάταξη των κτισμάτων χαρακτηρίζεται από την αμφιθεατρική του διάταξη. Η μια πλευρά κατοικιών βρίσκεται αντικρυστά από την άλλη και υπάρχει μια συνεχής οπτική επαφή μεταξύ των δύο μεριών.
Όλα τα κτίσματα είναι διαφορετικά μεταξύ τους. Βασίζονται σε ένα απλό μοτίβο κατοίκισης και χρήσης. Η ανομοιογένεια που τα χαρακτηρίζει βρίσκεται στους τρόπους με τους οποίους είναι ενωμένα μεταξύ τους μέσα στον πολεοδομικό ιστό του ιδίου του πυρήνα, καθώς και στις σχέσεις των εξωτερικών χώρων σε ποικίλα επίπεδα. Κανένα κομμάτι του οικισμού δεν είναι ίδιο με κάποιο άλλο.
Η ανομοιογένεια είναι ακόμα πιο έντονη, σε μικρότερη κλίμακα, από κατοικία σε κατοικία, τόσο σε δόμηση όσο και στο φυσικό περιβάλλον που τις περιβάλλει.
Ο βασικός πυρήνας του χωριού βρίσκεται στην μια μεριά της βουνοπλαγίας στην οποία βρίσκονταν και οι κοινόχρηστες λειτουργίες του χωριού όπως το σχολείο, το καφενείο και το μπακάλικο. Η εκκλησία βρίσκεται στις όχθες του ποταμού που χωρίζει τις βουνοπλαγιές.
Το βασικό κομμάτι του παραδοσιακού πυρήνα είναι πολύ μικρό σε κλίμακα και τα  σπίτια είναι  κτισμένα σε σειρές με μέτωπο στο δρόμο, ενώ στα άκρα του οικισμού υπάρχουν μερικά αραιοκτισμένα αγροτικά σπίτια καθώς και κτίσματα που ακολουθούν τα πρότυπα αστικής κατοικίας του 80.
Ο οικισμός είναι συμπαγής και αυτό φαίνεται από την πυκνή συνεχή κατοίκιση που υπάρχει στον πυρήνα του, σε αντίθεση με την αραιή κατοίκιση προς τα έξω του χωριού. Είναι κλασικό παράδειγμα πυκνό-δομημένου οικισμού.

Κατοικία και κοινόχρηστα κτίσματα:
Στην οργάνωση του οικισμού, πρωταρχική σημασία έχει η ιδιωτικότητα και παντού ιεραρχήθηκε πρώτη ως προς την κοινωνικότητα. Αυτό φαίνεται από την ουσιαστική έλλειψη δημοσίων χώρων.
Το κοινωνικό μοντέλο, βάσει του οποίου διαμορφώθηκε ο οικισμός, ήταν η ιδιωτική οικογενειακή ζωή, κλεισμένη στα όρια της ιδιοκτησίας. Μόνη κοινωνική δραστηριότητα έμενε η τακτική επαφή με το ναό, καθώς και οι μεγάλες γιορτές και τα μυστήρια, όπως γάμοι, βαφτίσια κ.λ.π. Βασική συναναστροφή των κατοίκων υπήρχε και εκτός των κτισμάτων και του πυρήνα κατά την ενασχόληση τους στα χωράφια.

Εκκλησία:
 Ο ναός  δεν συμμετέχει στον ιστό του οικισμού αφού τοποθετείται στις όχθες του ποταμού, χωρίς να αποτελεί πόλο οργάνωσης του οικισμού, παρά μόνο του ιδίου του χώρου που τον περιβάλλει. Ο ναός συνθέτει μια αυτοτέλεια, και περιβάλλεται από το παλιό κοιμητήριο και ένα πολύ μικρό χώρο αυλής στο προαύλιο του.

Σχολείο:
Το σχολείο τοποθετείται στο ψηλότερο κομμάτι του πυρήνα και ακολουθεί τις βασικές αρχές οργάνωσης του ιστού. Τα τελευταία χρόνια το σχολείο ενσωματώθηκε στον ιστό λόγο της εξάπλωσης της κατοικίας προς τα άκρα του πυρήνα.

Κατοικία:
Η διαμόρφωση των κατοικιών εξαρτάται κυρίως από την διάταξη των δρόμων. Οι περισσότεροι δρόμοι είναι κεκλιμένοι , από μπετόν, και αποτελούν τις κύριες αρτηρίες κυκλοφορίας στον οικισμό. Ξεχωρίζουν όμως και τα στενά δρομάκια, στην καρδιά του οικισμού. Οι κατοικίες εφάπτονται δεξιά και αριστερά των δρόμων, δημιουργώντας μια αυστηρή συνεχόμενη ζώνη δόμησης, όπου άλλοτε αποτελείται από διώροφα ή από ισόγεια κτίσματα και άλλοτε εναλλάσσονται με ψηλά περιτοιχίσματα.
Οι κατοικίες περιγράφονται με αυστηρό και λιτό χαρακτήρα κλειστές προς το δρόμο ανοικτές γύρω από την αυλή, Προέκταση της ζωής των κατοίκων προς τα έξω είναι σχεδόν ανύπαρκτη, τις περισσότερες φορές, και η αυλή, εσωστρεφής και αποκομμένη από τη ζωή του χωριού, με ψηλή περιτοίχιση και χαρακτηριστική αυλόπορτα.
Οι όψεις προς το δρόμο αλλά και προς το εσωτερικό των κατοικιών χαρακτηρίζονται από μικρά ανοίγματα. Οι κατοικίες κατασκευάζονταν είτε στο βάθος του τεμαχίου με τέτοιο τρόπο ούτω σώστε η αυλή διαμορφωνόταν στο μπροστινό μέρος του τεμαχίου με ψηλό μαντρότοιχο, ή εφαπτόταν του δρόμου αποκόπτοντας παντελώς κάθε επαφή με το δημόσιο χώρο. Η μοναδική είσοδος στην περίπτωση αυτή ήταν συνήθως μια μεγάλη δίφυλλη θύρα.

Τυπολογία κατοικίας:
Στον οικισμό του Αγίου Θεοδώρου απαντούν και ισόγειες και διώροφες κατοικίες. Η πιο παλιά και απλή μορφή κατοικίας είναι το μακρυνάρι (βυζαντινός ο όρος). Σε αρχικό στάδιο του το μακρυνάρι αποτελούσε ένα χώρο στενόμακρο- ορθογώνιο όπου στεγάζονται άνθρωποι και ζώα μαζί. Ο διαχωρισμός ανθρώπων και ζώων που γίνεται στη διώροφη κατοικία, όπου στο ανώγειο βρίσκονται οι κύριοι χώροι διαμονής και στο κατώι τα ζώα και οι αποθήκες, είναι μεταγενέστερο και απαντά στις αυξημένες ανάγκες της οικογένειας για χώρο.
Το κύριο σπίτι, με την έννοια της ανθρώπινης διαμονής, είναι το ανώι (όροφος).
Το κατώι (ισόγειο) καλύπτει τις σχετικές λειτουργίες με την παραγωγική δραστηριότητα της αγροτικής οικογένειας (αποθήκευση της συγκομιδής, των εργαλείων, των οικιακών αγαθών, του στάβλου, κλπ.). Με τη χρήση του στάβλου εκμεταλλεύονται τη ζέστη από τα χνότα των ζώω. Σε περιπτώσεις που χρησιμοποιούσαν τους γύρω χώρους σαν στάβλους, το κατώι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και σαν κουζίνα, ενώ και το καλοκαίρι χρησίμευε σαν χώρος διαμονής, λόγω δροσιάς.
Η πρόσβαση στον όροφο που συνήθως είναι μονόχωρος ή χωρίζεται στα δύο με λεπτό εσωτερικό τοίχο είναι κατακόρυφη. Η επικοινωνία των δύο ορόφων γίνεται βασικά με την εξωτερική πέτρινη σκάλα, που οδηγεί και στην κύρια είσοδο του σπιτιού.
Στις σκεπές συναντάμε δύο βασικούς τύπους. Την δίριχτη με δυο ορθογώνιες πλάτες, που απαντά στο δίχωρο και τη μονόριχτη που απαντά στο μακρυνάρι. Για την σκεπή χρησιμοποιούσαν κεραμίδια χολετρωτά ή αλλιώς ρωμαϊκού τύπου.

Αρχαιολογικά ευρήματα

Α. Αρχαιολογικά ευρήματα που βρέθηκαν στην αυλή του δημοτικού σχολείου (περιοχή Αλώνια), το 1965.
Πρόκειται για ταφικά κτερίσματα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (14-13ος αι. π.Χ.)
Θεά της Γονιμότητας και Ημισφαιρικό άωτο κύπελλο

Β. Ανασκαφή έγινε επίσης στην περιοχή «Κάμπος» (στην περιοχή του Κοιμητηρίου) το 1966 και ανακαλύφθηκαν τάφοι των Ρωμαϊκών χρόνων

Μύθοι και Θρύλοι

Ένας από τους λόφους στο χωριό ονομάζεται « Μούττη του Δκιά» (Κορυφή του Δία ) πάνω στην οποία, σύμφωνα με την παράδοση υπήρχε βωμός αφιερωμένος στο Δία. Η ύπαρξη  και μόνο του βουνού του Δία, μαρτυρεί την ύπαρξη πιστών του Δία και των άλλων δώδεκα Θεών των Αρχαίων Ελλήνων.

Εξάλλου το όνομα Σολέα, προέρχεται από το αρχαίο Βασίλειο των Σόλων, ακραίο σύνορο του οποίου ήταν και το μικρό χωριό μας-΄Αγιος Θεόδωρος Σολέας- (Σόλων)

Μια άλλη παράδοση ,σχετική με τις Αραβικές Επιδρομές αυτή τη φορά ,υποθέτουμε πως το χωριό κατοικείτο και στα Βυζαντινά Χρόνια. Σε μια απόκρημνη πλαγιά στα βουνά της Καθολικής, βρίσκεται ένας τεράστιος βράχος που και σήμερα λέγεται «Ρότσος του Μωρού». Κάτω από το βράχο, σύμφωνα με την παράδοση, κατέφυγαν σε μια σπηλιά οι χωριανοί μας, για να γλιτώσουν, σε μια από τις πολλές επιδρομές των Σαρακινών. Οι Σαρακινοί αγγάρεψαν ένα βιολάρη, για να τους δείχνει το δρόμο να φτάσουν στη σπηλιά, μ’ αυτός προσπαθούσε ,με διάφορους τρόπους ,να  τους παραπλανήσει. Όταν κόντεψαν τη σπηλιά ,ο βιολάρης που ήταν μπροστά, άκουσε κλάμα μωρού και φοβούμενος πως ,αν το κλάμα συνεχιζόταν, θα πρόδιδε τη σπηλιά και θα χάνονταν τόσες ψυχές, άρχισε να παίζει, δυνατά, το βιολί του, για να καλύψει από τη μια το κλάμα του μωρού κι από την άλλη για να προειδοποιήσει τους κρυμμένους χωριανούς μας .Η παράδοση λέει, μάλιστα, πως τραγουδούσε κι αυτό το δίστιχο:

      « Πνίξε, μάνα,το παιδί

       να γλιτώσεις τη ζωή…»

Η μαύρη μάνα προσπαθώντας να κλείσει το στόμα του μωρού της, για να μην κλαίει το έπνιξε στ’ αληθινά. Σώθηκαν βέβαια, οι χωριανοί μας από τους Σαρακινούς, μα το μωρό που χάθηκε, έδωσε τ’ όνομά του στο βράχο ,που έμεινε να θυμίζει μέρος της ιστορίας του χωριού μας και του τόπου μας, γενικά.

Παλαιότεροι Οικισμοί

Παλαιότεροι οικισμοί

Γύρω από το χωριό μας, υπάρχουν, σε διάφορες περιοχές, χαλάσματα που μαρτυρούν την ύπαρξη οικισμών, συνήθως ποιμενικών, που διαλύθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα (μέχρι το 1940), όταν η Αγγλική Αποικιοκρατική Κυβέρνηση αποφάσισε ν’ απαγορεύσει τη βόσκηση των αιγοπροβάτων, μέσα στα κρατικά δάση. Τέτοιοι οικισμοί ήταν οι «Τζιερένηδες», πίσω από τα βουνά του Λάονα, η «Μάντρα του Βέλλερου», στα Διπλοπόταμα, η «Μάντρα του Αρακλίτη», στην περιοχή των «Χαλκοκόλυμπων» και το «Καρτερούνι», 5 χιλιόμετρα περίπου, νότια του χωριού, πάνω στο δρόμο που ενώνει το χωριό μας με τα χωριά Κούρδαλι- Σπήλια.

Οι Χαλκοκόλυμποι, εξ΄ άλλου, μαρτυρούν ότι, στην περιοχή αυτή, γινόταν στην αρχαιότητα εξόρυξη και επεξεργασία χαλκού. Το κοκκινωπό χρώμα των πετρωμάτων, και το όνομα της περιοχής, που το πήρε από τις δεξαμενές (κόλυμπους) μέσα στις οποίες γινόταν η πρώτη επεξεργασία του πολύτιμου μετάλλου, μαρτυρούν του λόγου το αληθές.

Καρτερούνι

Πρόκειται για αμιγή ελληνοκυπριακό οικισμό εγκαταλειμμένο σήμερα μέσα στο δάσος Αδελφοί, περί τα 55 χιλιόμετρά νοτιοδυτικά της Λευκωσίας. Το Καρτερούνι είναι κτισμένο σε μέσο υψόμετρο 700 μέτρων. Το τραχύ βουνήσιο ανάγλυφο γύρω από τον οικισμό είναι διαμελισμένο από το ποτάμιο δίκτυο του ρυακιού Κούρδαλι, παραπόταμου του ποταμού Ατσά.

Από γεωλογικής απόψεως ο οικισμός είναι τοποθετημένος πάνω σε γάββρους στους οποίους αναπτύχθηκαν πυριτιούχα εδάφη. Η περιοχή του οικισμού δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 630 χιλιοστόμετρα.

Από συγκοινωνιακής απόψεως το Καρτερούνι συνδέεται στα βόρεια με τον Άγιο Θεόδωρο Σολέας (περίπου 5 χλμ) στα διοικητικά όρια του οποίου περιλαμβάνεται, στα βορειοανατολικά με το χωριό Νικητάρι (13 χλμ) και στα νοτιοδυτικά με τα χωριά Κούρδαλι  (4.5 χλμ) και Σπήλια (6 χλμ).

Το Καρτερούνι το 1891 είχε 14 κατοίκους που αυξήθηκαν στους 22 το 1901, στους 28 το 1911, μειώθηκαν στους 20 το 1921, αλλά αυξήθηκαν στους 22 το 1931. Στη συνέχεια ο οικισμός εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του που μετακινήθηκαν στα γύρω χωριά. Το 1976 το Καρτερούρι είχε μόνο 2 κατοίκους και λίγο αργότερα εγκαταλείφθηκε οριστικά.

Ο οικισμός βρίσκεται σημειωμένος στο χάρτη Κίτσενερ το 1885 αλλά ως ασήμαντος. Ήταν περισσότερο μερικές μάντρες και υποστατικά βοσκών παρά χωριό. Υπήρχε εκκλησία στο όνομα του Αρχαγγέλου, ερειπωμένη σήμερα.
Πηγή: Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, Φιλόκυπρος, Λευκωσία 1987, τ.6ος, σ.323

Εκπαίδευση

Η χρονική περίοδος λειτουργίας του Δημοτικού σχολείου του Αγίου Θεοδώρου Σολέας στα 1930 , εμπίπτει στην Τρίτη περίοδο της εκπαιδευτικής ιστορίας του νησιού η οποία χαρακτηρίζεται ως «εξαιρετικώς θλιβερά», σύμφωνα με τον Κλ. Μυριανθόπουλο. Χάνεται η σχολική αυτοδιοίκηση και όλες οι εξουσίες περιήλθαν στα χέρια του Κυβερνήτη ο οποίος διόριζε και τους Εκπαιδευτικούς Συμβούλους.

Η οργανωμένη εκπαίδευση στο χωριό Άγιος Θεόδωρος Σολέας ξεκινά το 1930 και φτάνει στα 1993, χρονιά κατά την οποία παύει να λειτουργεί το σχολείο, ύστερα από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, λόγω μείωσης του αριθμού των παιδιών που φοιτούσαν σε αυτό. Κατά τη σχολική χρονιά 1992-1993 φοίτησαν στο σχολείο 10 μαθητές (7αγόρια και 3 κορίτσια) ενώ από την επόμενη χρονιά θα φοιτούσαν μόνο 7 και αυτός ήταν και ο λόγος παύσης της λειτουργίας του.

Ο λόγος της σταδιακής μείωσης των μαθητών φαίνεται ότι είναι η μεταγραφή μαθητών προς τα μεγαλύτερα γειτονικά χωριά (Τεμπριά, Ευρύχου, Κοράκου, Γαλάτα, Φλάσου) αλλά και προς τη Λευκωσία. Το φαινόμενο αυτό ξεκινά από το έτος 1960 και εξής και αυτό αποδεικνύεται και από το Ληξιαρχικό βιβλίο γεννήσεως του χωριού με τη μείωση των γεννήσεων από 50 κάθε δέκα χρόνια σε 10. Αυτό το φαινόμενο φαίνεται να παρατηρείται στο Μητρώο από το 1960 σε πιο συχνή κλίμακα μετά το 1970 μέχρι και 1993 όπου είναι η χρονιά παύσης του σχολείου. Βασικός λόγος για αυτό, το φαινόμενο της αστυφιλίας, η εξεύρεση καλύτερης εργασίας και καλύτερης ποιότητας ζωής που οδηγεί πολλές οικογένειες του χωριού να μετακομίσουν στη Λευκωσία. Άλλος σημαντικός λόγος η υπογεννητικότητα κάτι που αποδεικνύεται από το Ληξιαρχικό βιβλίο γεννήσεως του χωριού στο οποίο οι γεννήσεις μειώνονται σταδιακά ειδικά μετά το 1960 και εξής. Χαρακτηριστικά  ενώ τις δεκαετίες από το 1930- 60 οι γεννήσεις κάθε δεκαετία φτάνουν στα 50 κατά μέσο όρο παιδιά μετά το 1960 μειώνονται στα 10 με 15 παιδιά με την τελευταία δεκαετία από το 1980-1986 να σημειώνονται μόνο 11 γεννήσεις.

Πριν από το 1930 δεν υπήρχε καμιά μορφή οργανωμένης εκπαίδευσης στο χωριό. Πιο πριν σύμφωνα με την μαρτυρία του κυρίου Αντρέα Αντωνίου όσοι μαθητές ήθελαν να μορφωθούν πήγαιναν στην Ευρύχου. Στην Ευρύχου επί Τουρκοκρατίας και τα πρώτα χρόνια  της Αγγλοκρατίας λειτουργούσε Αλληλοδιδακτική Σχολή στην οποία φοιτούσαν όχι μόνο μαθητές από την Ευρύχου αλλά και από τα γύρω χωριά από την Κακοπετριά μέχρι την Πέτρα. Η σχολή αυτή ιδρύθηκε το 1846-48 με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Κερύνειας Χαρίτωνα στο γήπεδο της Εκκλησίας και νότια της Εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου από συνεισφορές της κοινότητας.

Ο χώρος στέγασης και  λειτουργίας του σχολείου στα 1930 τη χρονιά έναρξης της οργανωμένης εκπαίδευσης στο χωριό, σύμφωνα με την Α’ Επιθεώρηση από τον Σ.Χ. Αθανασιάδη ήταν ένα ευρύχωρο όπως αναφέρει δωμάτιο ιδιωτικό για το οποίο έδιναν ενοίκιο 2 αγγλικές λίρες ετησίως. Σε αυτό το χώρο συνέχισε να στεγάζεται το σχολείο μέχρι τη σχολική χρονιά 1934-35 που μεταφέρθηκε σε άλλο ιδιωτικό δωμάτιο το οποίο κρίθηκε όμως ως ακατάλληλο από τον Επιθεωρητή Μ. Ανδρόνικο και το ενοίκιο για αυτό το δωμάτιο ήταν 1 λίρα αγγλική ετησίως. Στο βιβλίο επιθεωρήσεων του σχολείου κατά τη σχολική χρονιά 1937-38 γίνεται αναφορά από τον Επιθεωρητή Η. Λάσο για το νέο σχολικό κτίριο που βρίσκεται σε καλή κατάσταση.

Η διαμόρφωση της κάτοψης του νέου σχολικού κτηρίου αποτελείται από τον κύριος χώρο που λειτουργούσε ως αίθουσα διδασκαλίας, στον οποίο εισέρχεσαι από τον στεγασμένο χώρο και τον βοηθητικό χώρο στον οποίο επίσης εισέρχεσαι από τον στεγασμένο χώρο. Η αναλογία των χώρων είναι 3:1 (τρία προς ένα). Το κτήριο είναι μια λιθόκτιστη οικοδομή, λόγω της αφθονίας της πέτρας στην περιοχή με μικρά ανοίγματα στο βοηθητικό χώρο και ορθογωνικά στενόμακρα παράθυρα και πόρτα στον κυρίως χώρο. Η είσοδος για τον κυρίως χώρο και για τον βοηθητικό χώρο τοποθετείται σε καλυμμένη στοά. Όσον αφορά στα υλικά της τοιχοποιίας  τοποθετούνται αλάξευτες πέτρες και για την ένωσή τους χρησιμοποιείται πηλός μαζί με κομμάτια από τουβλάκια που κατασκευάζονται στην περιοχή. Η πέτρα δεν ήταν εμφανής αλλά επιχρισμένη από ασβέστη. Το εσωτερικό της στέγης δομείται με το σύστημα «δοκός επί στύλου», δηλαδή χρησιμοποιείται ξύλινη δοκός (νευκά) που στηρίζει τα ξύλινα δοκάρια (βολίτζια). Οι πόρτες είναι απλές  ξύλινες δίφυλλες με γυάλινο φεγγίτη. Χαρακτηριστικό των ορεινών περιοχών είναι το σκούρο πράσινο χρώμα που έχουν οι πόρτες και τα παράθυρα και που παραπέμπει στο δάσος.

Χρονιά σταθμός στα αριθμητικά δεδομένα του σχολείου αποτελεί το 1974 και η τουρκική εισβολή με πολλούς πρόσφυγες να κατακλύζουν το χωριό αυξάνοντας κατά πολύ τον αριθμό των παιδιών στο δημοτικό σχολείο. Μάλιστα οι ανάγκες ήταν τέτοιες που οδήγησαν το Υπουργείο στο διορισμό δύο δασκάλων για τις σχολικές χρονιές 1975-77, κάτι πρωτόγνωρο για τα δεδομένα του σχολείου. Πολλοί  όμως από αυτούς τους μαθητές αφού φοιτούν για μικρό διάστημα στο σχολείο παίρνουν μεταγραφή οι περισσότεροι για σχολεία γειτονικών χωριών ή για τις πόλεις. Ένας μικρός όμως αριθμός προσφύγων παραμένει  στο χωριό και τα παιδιά τους συνεχίζουν τη φοίτησή τους στο Δημοτικό σχολείο του χωριού. Συγκεκριμένα τη χρονιά 1974-75 γράφτηκαν στο Δημοτικό σχολείο Αγίου Θεοδώρου 12 παιδιά πρόσφυγες, τη χρονιά 1975-76 έκαναν εγγραφή  17 παιδιά που εντάχθηκαν από την Α μέχρι την ΣΤ τάξη. Τη χρονιά 1976-77 συνεχίζεται η κάθοδος προσφύγων προς το χωριό με τον αριθμό των παιδιών να μειώνεται όμως στους 13. Ο τόπος καταγωγής των περισσοτέρων παιδιών από ότι φαίνεται από τη μελέτη του Μητρώου για αυτές τις τρεις σχολικές χρονιές είναι η Πεντάγυα, η Πέτρα, το Περιστερωνάρι και το Βαρώσι.

Αξιοσημείωτο γεγονός για την ιστορία του σχολείου αποτελούν οι προσπάθειες από μέρους της κυβέρνησης ανόρυξης πρόχειρων καταφυγίων, το 1964, για την προστασία των μαθητών από την Τουρκική Αεροπορία στην αυλή του δημοτικού(τοποθεσία «Αλώνια»), κατά τη διάρκεια των οποίων βρέθηκαν τάφοι που χρονολογούνται στην Ύστερη εποχή του Χαλκού (14ος-13ος αι.π.Χ). Το υλικό των τάφων είναι αδημοσίευτο και ως εκ τούτου δεν μου επιτράπηκε η φωτογράφησή του. Ύστερα από άδεια μου δόθηκε από το Αρχείο του Κυπριακού Μουσείου η φωτογραφία ενός πήλινου ειδωλίου και ενός πήλινου κυπέλλου.

Αρχείο Τμήματος Αρχαιοτήτων, CS 484, τάφοι 1/1-11, 2/1-9

Θεά της Γονιμότητας
Το πήλινο ειδώλιο παριστάνει όρθια, γυμνή θεότητα με πτηνόσχημο κεφάλι, εξογκωμένα μάτια, κυρτή μύτη και κυλινδρικό κρίκο να κρέμεται από τα αυτιά της. Τα πόδια της χωρίζονται με βαθιά εγχάραξη, ενώ το αιδοίο αποδίδεται με τριγωνική εγχάραξη. Το τονισμένο στήθος και το παιδί που κρατά στην αριστερή αγκαλιά της υποδηλώνουν θεά της γονιμότητας, συριακής προέλευσης. Πρόκειται περί συνήθους ταφικού κτερίσματος  της ύστερης εποχή του χαλκού. Τα χέρια κάτω από το στήθος θυμίζουν τη βαβυλωνιακής προέλευσης, θεά Αστάρτη.

Πήλινο Κύπελλο
Το δεύτερο κτέρισμα το οποίο μου δόθηκε σε φωτογραφία είναι ένα ημισφαιρικό άωτο κύπελλο με γραπτή μελανού χρώματος γεωμετρική διακόσμηση που μιμείται ραφές σε δερμάτινους ασκούς. Τοποθετείται και αυτό όπως και το προηγούμενο εύρημα στην Ύστερη εποχή του Χαλκού

Από το 1993 μέχρι σήμερα το σχολείο παραμένει βουβό και περιμένει με μεγάλη ανυπομονησία να ακούσει ξανά παιδικές φωνές. Το σχολικό κτίριο έχει σήμερα συντηρηθεί και αξιοποιείται ως γραφείο του Κοινοτάρχη, χρήση όμως  που είναι πολύ μακριά από τον αρχικό του σκοπό ως σχολείο.

 

Μαρτυρία του κυρίου Αντρέα Αντωνίου ο οποίο είναι ένας από τους πρώτους, εν ζωή μαθητές του δημοτικού σχολείου του Αγίου Θεοδώρου Σολέας

«Ονομάζομαι Αντρέας Αντωνίου και γεννήθηκα στις 29 Νοεμβρίου του 1923, στον Άγιο Θεόδωρο Σολέας. Σχολείο πήγα το 1930 και έφυγα τέλος της Ε τάξης όταν ήμουν 12 χρονών. Την πρώτη χρονιά που πήγα σχολείο ήταν η πρώτη χρονιά ίδρυσης του σχολείου στο χωριό ενώ πιο πριν όσοι ήθελαν  να μορφωθούν πήγαιναν στην Ευρύχου, όπως ο Δημοσθένης, ο Αγγελής ο Μιχαήλης που έμειναν και τελείωσαν στην Ευρύχου. Ο πρώτες δασκάλες ήταν η Μερόπη, η  Ερμιόνη, η Ειρήνη και η Λουκία. Αρχικά ενοικίαζαν το σπίτι της θείας μου της Μαρικκούς και εκεί λειτουργούσε το σχολείο και το ενοίκιο το πλήρωνε η κυβέρνηση. Στις αρχές οι δασκάλες έμεναν σε ένα δωμάτιο στο σπίτι του Μουχτάρη ύστερα έμεναν στο διπλανό δωμάτιο στο σπίτι που λειτουργούσε το σχολείο.

Η αίθουσα ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο με δύο παράθυρα και δύο πόρτες. Οι μαθητές κάθονταν σε θρανία μεγάλα, 13 πόδια το κάθε ένα. Μέσα στην αίθουσα είχε και την έδρα του δασκάλου και χάρτες της  Ευρώπης, της Κύπρου, της Ασίας και άλλους που δεν θυμάμαι. Είχε εφτά τάξεις στο σχολείο και θυμάμαι ότι κάναμε ιστορία, φυσική, αρχαία ελληνικά – ευαγγέλιο, γυμναστική, γραμματική. Το Σάββατο κάναμε Ευαγγέλιο και κάθε Κυριακή έπρεπε να πάμε εκκλησία και έβαζε η δασκάλα ένα μαθητή να ελέγχει ποιοι πήγαιναν. Πρώτα η δασκάλα έκανε μάθημα στις μεγάλες τάξεις και στο τέλος στις πιο μικρές και περιμέναμε. Μέχρι να έρθει η σειρά μας καθόμασταν και γράφαμε πάνω σε πλάκες με κονδύλι σαν το μολύβι και σβήναμε με το σάλιο μας. Είχαμε και πενοφόρους και πένες και τους βουτούσαμε στο μελάνι όταν θα γράφαμε στο χαρτί και θα εξηγούσαμε κάτι που μας ρωτούσε η δασκάλα. Το πρωί κάναμε ανάγνωση, γραμματική και αριθμητική και το απόγευμα κάναμε ιστορία και κάποτε και φυσική. Διαγωνίσματα δεν κάναμε.

Οι δάσκαλοι δεν ήταν και πολύ αυστηροί. Με το δίκιο τους όταν δεν ξέραμε μας έβγαζαν στην έδρα και μας κτυπούσαν στο χέρι ή μας έβαζαν να γονατίσουμε στη γωνιά και όταν ήταν πολύ αυστηρή η τιμωρία γονατίζαμε σε πετρούλες ή το μεσημέρι δεν μας άφηναν να πάμε σπίτι για να ξεκουραστούμε. Το κυριότερο παράπτωμα μας ήταν όταν δεν κάναμε τα μαθήματα μας ή οι τσακωμοί μεταξύ μας. Έλεγχαν ακόμα και την καθαριότητά μας τα νύχια μας κυρίως και τα αυτιά μας. Το 1934 έστειλαν από το υπουργείο τρία μετάλλια και οι δασκάλα επέλεξε τους τρεις καλύτερους μαθητές για να τα δώσει.

Πηγαίναμε σχολείο η ώρα 7 το πρωί και η ώρα 12 σχολάγαμε και πηγαίναμε πίσω η ώρα 1 μέχρι τις 4. Το σήμαντρο το πρωί το κτυπούσε η δασκάλα και μετά κάποιος από τους μαθητές. Το Σάββατο το απόγευμα παίρναμε το σήμαντρο στην εκκλησία και το πρωί της Κυριακής μετά τη λειτουργία το επιστρέφαμε στο σχολείο.

Για να ζεσταθούμε το χειμώνα χρησιμοποιούσαμε ένα «παγκαλλούι»  και βάζαμε μέσα κάρβουνα, ανάβαμε έξω τα ξύλα και τα κάρβουνα τα βάζαμε στο «παγκαλλούι». Το «παγκαλλούι» το βάζαμε δίπλα στη δασκάλα αυτή ζεσταινόταν πρώτα.

Αποχωρητήρια δεν είχε αλλά τρέχαμε στους γκρεμούς. Πηγαίναμε εκδρομές στους αγρούς  και στα χωράφια  στο χωριό κάθε δεκαπέντε μέρες και μερικές φορές παίρναμε μαζί και τα βιβλία μας και κάναμε μάθημα για 2-3 ώρες και μετά επιστρέφαμε στο σχολείο. Μας άρεσε πολύ γιατί ήταν όπως την ελευθερία. Από τις εκδρομές θυμάμαι την Πρωτομαγιά που μπλέκαμε στεφάνια οι μισοί με τριαντάφυλλα και οι άλλοι με ρόδια. Τότε είχε μόνο δύο βουλευτές τον Χατζηπαύλο και τον Τριανταφυλλίδη. Οι μισοί που είχαν στα στεφάνια τους ρόδια φώναζαν «Ζήτω ο Χατζηπαύλος» και οι άλλοι με τα τριαντάφυλλα «Ζήτω ο Τριανταφυλλίδης».

Παίρναμε και το φαγητό μας μαζί στο σχολείο όπως ψωμί, χαλούμι, ελιές. Θέλαμε πολύ να πηγαίνουμε σχολείο γιατί διαφορετικά θα έπρεπε να πηγαίνουμε με τους γονείς μας στα χωράφια και στις δουλειές ενώ αν πηγαίναμε σχολείο η δουλειά μας ήταν το σχολείο. Μετά το δημοτικό όσους ο πατέρας τους είχε λεφτά τους έστελνε στο Ανώτερο σχολείο, στην Ευρύχου. Εμείς δεν είχαμε ούτε μάνα ούτε πατέρα. Το 1927 πέθανε η μάνα μου και το 1935 πέθανε και ο πατέρας μου και έτσι βγήκα από το σχολείο στην Πέμπτη τάξη.

Το καινούργιο σχολείο δεν το θυμάμαι γιατί εγώ βγήκα από το σχολείο και πήγα για δουλειά στο Μεταλλείο στον Αμίαντο».

Χριστοδούλου Έλενα, Το Δημοτικό Σχολείο Αγίου Θεοδώρου Σολέας από τη στιγμή της ίδρυσής του το 1930 μέχρι το τέλος της Αγγλοκρατίας το 1959-60

Ύδρευση

H υδροδότηση (ύδρευση και άρδευση) στο χωριό Άγιος Θεόδωρος Σολέας

Το νερό είναι βασικό συστατικό για την ύπαρξη και διατήρηση της ζωής.  Ο ποταμός Ατσάς πηγάζει από το χωριό Σπήλια και αφού εμπλουτίζεται από διάφορες πηγές κατεβαίνει, ακολουθώντας πορεία νότια προς το χωριό. Λίγο έξω από το χωριό στην περιοχή «Διπλοπόταμα» σε υψόμετρο 512 μ, ο Ατσάς  ενώνει τα νερά του με άλλο παραπόταμο με το όνομα «Φτερυτζιώτης» (πηγάζει στην περιοχή «Φτερύτζιη») και μαζί ακολουθούν κοινή πορεία. Στην περιοχή «Διπλοπόταμα», το 1950 οι Άγγλοι κατασκεύασαν γεφύρι. Ο Ατσάς, εκβάλλει τα νερά του στον κόλπο της Μόρφου περνώντας από τα χωριά Πέτρα και Πεντάγυια αφού πρώτα γεμίσει δύο φράγματα στην τοποθεσία Ατσάς για τις αρδευτικές ανάγκες του χωριού Πέτρα.

Λίγο πιο κάτω από τον Άγιο Θεόδωρο, στην ίδια κοιλάδα, βρίσκεται η τοποθεσία Ατσάς όπου φαίνεται από παλιά τυχαία ευρήματα, αλλά και πρόσφατα (2000-2005) από την ερευνητική ομάδα TAESP, των Πανεπιστημίων Κύπρου, Γλασκώβης και Όρεγκον, πως η περιοχή κατοικείτο από την εποχή του χαλκού. Αυτό είναι πολύ πιθανόν λόγω της γειτνίασης με το μεταλλείο της Φουκάσας.

Σχεδόν κάθε χρόνο από την αρχή του χειμώνα ο Ατσάς κατέρχεται ορμητικός (όταν είναι καλοχρονιά) και συνεχίζει να έχει νερό ως αργά την άνοιξη. Σε περιόδους ανομβρίας η ροή του ποταμού διαρκεί λιγότερους μήνες.

Το καλοκαίρι που ο ποταμός ξεραίνεται η προμήθεια νερού γινόταν από λάκκους, μέθοδος που μένει αναλλοίωτη για σκοπούς άρδευσης μέχρι και σήμερα. Για τους σκοπούς άρδευσης στο χωριό κατασκευάστηκε τσιμεντένιο αυλάκι (πετραύλακο), που ξεκινούσε από την περιοχή «Κάμποι» όπου εκεί δημιουργούσαν το «Δήμα», που διοχέτευε το νερό στη δεξαμενή του χωριού η οποία χτίστηκε το 1948 επί Αγγλοκρατίας για την αποθήκευση του νερού. Επιπλέον για σκοπούς άρδευσης κατά μήκος του ποταμού οι χωριανοί που είχαν χωράφια, τις λεγόμενες «ποταμιές», έσκαβαν λάκκους κοντά στις όχθες που δεν ήταν συνήθως αρκετά βαθιοί. Από τους λάκκους συνήθως έβγαζαν το νερό με αλακάτι και το διοχέτευαν σε μικρή δεξαμενή που υπήρχε παραδίπλα. Οι λάκκοι παρείχαν νερό για να ποτίζουν τις καλλιέργειες που είχαν στα συγκεκριμένα χωράφια αλλά και για να πίνουν νερό τα ζώα τους όταν έβοσκαν κοντά. Επίσης σε καιρούς ανομβρίας χρησιμοποιούσαν το νερό από τους λάκκους και για ανάγκες ύδρευσης ανεβάζοντας το νερό με τη βοήθεια κάδου. Κάθε χρόνο το καλοκαίρι που η στάθμη του νερού του λάκκου ήταν χαμηλή άδειαζαν το λάκκο από το νερό και καθάριζαν το πηγάδι και τις φλέβες του νερού από τις λάσπες. Η διαδικασία αυτή ονομαζόταν «ξηλάτσισμα». Ο λάκκος είχε νερό χειμώνα και καλοκαίρι και ακόμα και σε περιόδους ξηρασίας δεν στέρευε απλά λιγόστευε.  Λάκκους στο χωριό είχαν ο Αντρέας Αντωνίου, Παύλος Κωνσταντίνου, Κυριάκος Αντωνίου, Χρίστος Κωνσταντίνου, Σπύρος Αλεξάνδρου, Αντρέας Πουργούρης, Χριστόδουλος Χατζησάββας – Ττόουλος.

Μέχρι το 1954 , επί Αγγλοκρατίας που χτίστηκαν οι δημόσιες βρύσες και έγινε και το πρώτο ντεπόζιτο νερού πάνω σε ύψωμα οι ιδιωτικοί λάκκοι και η κρύα βρύση ήταν οι κύριες πηγές παροχής νερού για όλες τις χρήσεις. Όταν στέρευε η Κρύα Βρύση πήγαιναν σε μια άλλη πηγή, της Μυρσηνιάς.

Την κύρια ποσότητα ύδατος εξακολουθούσε να παρέχει στο χωριό το ποτάμι μέχρι και το 1954 που κτίστηκαν οι πρώτες δημόσιες βρύσες επί Αγγλοκρατίας και διοχετεύθηκε νερό από διάφορες πηγές.   Από την πηγή αρχικά της «Κουρκάτιτζιης» και αργότερα της πηγή «Του Δράκου» και της «Μάντρας του Πισσάρι» που βρίσκονται στην τοποθεσία «Καρτερούνι». Το νερό διακλαδώθηκε σε πέντε κούγκρενες  βρύσες στο παλιό χωριό και μία απέναντι στον κύριο δρόμο. Οι βρύσες βρίσκονταν σε επίκαιρα σημεία και διευκόλυναν αρκετά την προμήθεια νερού που μέχρι τότε γινόταν ως επί το πλείστων από την κρύα βρύση. Οι  βρύσες τοποθετήθηκαν η πρώτη κοντά στο πρώτο ντεπόζιτο του χωριού και κοντά στο σπίτι κοινοτάρχη του χωριού Κυριάκου Κυπριανού, η δεύτερη έξω από το σχολείο, η τρίτη κοντά στο σπίτι της Μαρικκούς που είναι η μοναδική που  βρίσκεται στο ίδιο σημείο μέχρι σήμερα, η τέταρτη κοντά στο σπίτι του Ιωάννη Κεραμιδά, η πέμπτη στη γειτονιά κοντά στο σπίτι του Θεοφάνη Κυριάκου και η έκτη απέναντι από το χωριό στην περιοχή της «τερατζιάς».  Οι βρύσες είχαν «φουντάνα» για να προμηθεύονται οι χωριανοί νερό και γούρνα για να ποτίζονται τα ζώα. Οι δημόσιες  βρύσες διευκόλυναν τη μεταφορά νερού στα σπίτια μέχρι και το 1973 που έγινε η διασωλήνωση του νερού σε όλα τα σπίτια του χωριού. Σήμερα από αυτές τις βρύσες μόνο η κρύα βρύση εξακολουθεί να παρέχει νερό.

Πηγές

Υπάρχουν αρκετές πηγές στο χωριό σε όλη τη διαδρομή του ποταμού. Τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν δεν έτρεχε πλέον ο ποταμός και η κοίτη του ξηραινόταν, οι κάτοικοι του χωριού κατά διαστήματα έσκαβαν στις όχθες του ποταμού πηγές για να προμηθεύονται νερό για να πίνουν οι ίδιοι και τα ζώα τους, όταν ασχολούνταν με τις καλλιέργειες. Οι πηγές όταν ήταν καλοχρονιά έτρεχαν μέχρι και τον Οκτώβριο ενώ όταν ήταν ξηρασία ξηραίνονταν προς το τέλος Αυγούστου. Οι ιδιοκτήτες των πηγών έσκαβαν μικρό αβαθή σκάμμα όπου συγκέντρωναν το νερό που ανάβλυζε μέσα από το χώμα. Η περιοχή γύρω από την πηγή καθαριζόταν προσεχτικά από τα χόρτα και άγρια φυτά για να είναι ευδιάκριτα τυχόν φίδια που προσέγγιζαν τις πηγές. Ακόμα οι χωριανοί εκμεταλλεύονταν τη μικρή αυτή ποσότητα νερού για να ποτίσουν τα μικρής έκτασης περιβόλια ή «ρέντες» με ντομάτες, αγγουράκια, κολοκύθια, μελιτζάνες, πιπεριές, μπάμιες, πατάτες και άλλα λαχανικά.

Τουλούμπες

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αντρέα Αντωνίου τουλούμπα στο χωριό είχε ο μόνο ο Κυριάκος Αντωνίου μέσα στο περιβόλι του κοντά στο σπίτι του που βρίσκεται κοντά στις όχθες του ποταμού. Οι τουλούμπες ήταν χειροκίνητες αντλίες νερού που έκαναν αρκετά πιο εύκολο το ανέβασμα του νερού από τους λάκκους από ότι το τράβηγμα του κάδου με το σχοινί.

Αρδευτικό σύστημα

Το παλιό Αρδευτικό Σύστημα, με το πετραύλακο, τη δεξαμενή και τα παραύλακα, που οδηγούσαν το νερό μέχρι και το τελευταίο άσημο χωραφάκι μας, αντικαταστάθηκε, τελευταία, με σύγχρονο Αρδευτικό Σύστημα, με διασωληνώσεις και μετρητές σε κάθε τεμάχιο γης, πράγμα που διευκολύνει αφάνταστα τους χωριανούς και συμβάλει ταυτόχρονα στην οικονομία του πολύτιμου αυτού αγαθού που λέγεται νερό.

Το αρδευτικό σύστημα αρχικά με χωμάτινα και αργότερα με κούκρενα αυλάκια έπαιρνε το νερό από τον ποταμό Ατσά από την περιοχή «Κάμπος του Τσαγκαρά» και κατέληγε στην περιοχή «Κατζιέλλια» όπου εκεί κυλούσε στη δεξαμενή και από εκεί πότιζε κατά μήκος του ποταμού χωράφια με ελιές κυρίως, αλλά και αμυγδαλιές και χρυσομηλιές.

Το αρδευτικό σύστημα στην πορεία επεκτάθηκε και σήμερα αρδεύεται σε μεγαλύτερη έκταση. Παράλληλα, Αρδευτικό Τμήμα του χωριού, φρόντισε να διενεργήσει γεώτρηση ,που ευτυχώς αποδίδει αρκετό νερό, ώστε να ποτίζονται τα χωράφια τους καλοκαιρινούς μήνες, που το ποτάμι στερεύει.

Τοπωνύμια

Ατσάς Ο, Βρυσάδκια τα, Βρύση του Χωρκού η, Βρυσ’ιά τα, Γεράμπελα τα, Καννιά τα, Καψάλια τα, το Κ’ιονούδιν, Κούκος του Αγίου Νικολάου ο, Κρύον Νερόν το, Λαξ’ ιά της Κοτσ’ινοπαμπούλας η, Λαξ’ιά της Τριμιθθερής η, Λαόνιν του Χωνιού το, Μούττη του Κούρταλλη η, Μούττη του Λάονα η, Μούττη της Στραορουδκιάς η, Πεζούλες τες, Περβόλια τα, Πετρίτης ο, Πετρόμουττη η, Ροτσ’ιόν το και Ροτσ’ιά τα, Ρότσος του Φελλά ο, Σταυρός ο, Στραορουδκιά η, Φαλακρός (βουνό)ο.
Κυπριακαί Σπουδαί , Δελτίον της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, τομ. ΜΓ’,(Λευκωσία, 1979), σ.σ 267-268

Στρούμπος ο, Πετρομούττι το, Μούττη του Θκια η, Βουνί το, Παλλούρα η, Παλιοσπορά τα, Κατζιέλλια τα, Μοσσιλερή η, Κουρκάτιτζιη η, Αλώνια τα, Φαλακρός ο, Διπλοπόταμα τα, Ελιά του Χατζηθεοχάρη η, Ζονιάες οι, Καθολιτζιή η, Καψάλια τα, Κάμπος της Εκκλησιάς ο, Κάμπος της βρύσης ο, Κάμπος της Αρκοσυτζιάς ο, Κανναουρκά η, Παλιόμαντρα, Βρύση του Λάονα η, Μούττη της Καμπάνας η, Φιλάντης ο, Χαραλάμπη του, Μάντρα του Αρακλήτη η, Χαρκοκόλυμπος ο, Πεύκος ο ήμερος ο, Απόκτι το.
Συνέντευξη από τον Αντρέα Αντωνίου (Άγιος Θεόδωρος Σολέας)

Αβροχχιλλερή η, Άγιος Γεώργιος ο, Αδελφοί οι, Αμματερόν το, Αμπέλια τα, Αμπέλια του Παρή τα, Αππής ο, Αργάκι των Καννουριών το, Γυρός του Ρότσου ο, Θόλος ο, Καμίνι του Χατζή Γιώργη το, Καμπί το, Κάμπος ο, Κάμπος της Πισσαρούς ο, Κάμπος του Γιαννή ο, Κανκέλλια τα, Κάτω Πετρόμουττη η, Κιονούδι το, Κοκκινόγια τα, Κολλαμπής ο, Κουντορείνι το, Κούρδαλι το, Κουριάτικη η, Κρεμμός των Αλωνιών ο, Κυλίστρα η, Λαξιά της Λαόνας η, Λαξιά οτυ Άη Γιάννη η, Λαξιά του Βουνιού η, Λαξιά του Έδρυ η, Λαξιά του Κατλίκη η, Λαξιά του Φελλά η, Λαονούδι το, Μάντρα του Ττογλή η, Μαρρούσηδες οι, Μέσα Αέρας ο, Μοσφιλελά τα, Μουττάλλι της Τερακκιάς το, Μούττης της Αντρουκλιάς η, Μούττη του Αγρωτηρίου η, Μούττη του Βουνιού η, Μούττη του Φιλάντη η, Ξιστάρενα η, Πηγάδι το, Ράχι των Περιστεριών η, Ρότσος ο, Ρότσος του Μωρού ο, Ρότσος του Φελλά ο, Ρότσος Τρυπητός ο, Σελλάδι του Φιλάντη το, Σπήλιοι οι, Στραόραφτος ο, Στρούμπος ο, Τερατζιά η, Φαρακλός ο, Φιλάντι το, Φοραδόμαντρα η, Φουρνί το, Χασόσταμος ο, Χχιλλερή η.
Towns and Villages of Cyprus and their Toponyms

Δασικός Σταθμός

Ο Δασικός σταθμός του Αγίου Θεοδώρου Σολέας, κτίστηκε το 1946-47 από τους Άγγλους και υπεύθυνοι ήταν οι Mileton και  Corton. Ο χώρος που είναι τώρα κτισμένος ο δασικός σταθμός αγοράστηκε από την Άννα Κυπριανού για 10 λίρες.

Το πρώτο νερό ήρθε στο σταθμό το 1947 από την περιοχή Παλιοσπορά και οι πέτρες που χρησιμοποιήθηκαν για τις δομές του σταθμού μαζεύτηκαν από την περιοχή Μαρούχες. Οι πρώτοι δασοφύλακες του σταθμού ήταν ο Χριστάκης Κούππης από τον Πρόδρομο το 1948 και ο Αντώνης Κονναρής από τον Μονιάτη το 1950.

Τον Οκτώβριο του 1958 ο Δασικός Σταθμός κάηκε από αγωνιστές κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα και το 1961 μετά το τέλος του αγώνα άρχισε η ανακατασκευή του στην οποία επιστάτης ήταν ο Αντρέας Αναστασίου Κουλέντης και δασοφύλακες οι Γιώργος Καραγιώργης και Κουκής.

Την καλοκαιρινή περίοδο για να ενισχυθεί η πρόληψη των πυρκαγιών επανδρώνεται το Πυροφυλάκιο «Κακός Άνεμος» που λειτουργεί επί 24ώρου βάσεως. Βρίσκεται σε υψόμετρο 745 μ και το όνομα του το πήρε λόγω του δυνατού αέρα που φυσούσε στην περιοχή και οι βοσκοί αναγκάζονταν να βάζουν τα κοπάδια τους στην ανατολική πλευρά του βουνού. Πρώτοι πυροφύλακες ήταν ο Ευρής το 1945, ο Παναγιώτης Πίττας, ο Σολωμός Φιλίππου και στη συνέχεια ο Παντελής Θεμιστοκλέους, Σάββας Μούδουρος, Χαράλαμπος Χριστοδούλου, Παναγιώτης Λόππας και Γενεθλής.

Όταν λειτουργούσε το πυροφυλάκιο οι πυροφύλακες πήγαιναν με τα γαϊδούρια ξεκινώντας από τα γύρω χωριά και ακολουθώντας μικρά μονοπάτια έφθαναν στο πυροφυλάκιο για μια βδομάδα και στη συνέχεια επέστρεφαν στα χωριά τους για να προμηθευτούν φαγητό, νερό, ενδυμασία και επέστρεφαν στο πυροφυλάκιο. Τα παλιά χρόνια υπήρχε ένα πέτρινο μικρό δωμάτιο ως πυροφυλάκιο και στην συνέχεια κατασκευάστηκε με ξύλα. Το 2013 ανακατασκευάστηκε.

Επιχειρήσεις

Επιχειρήσεις Τηλέφωνα
Σ&Α Ξυλεμπορική Λτδ 22 933811
Κεραμείο Α/Φοί Αντωνίου Λτδ
Σ.Μυτιληναίος Χωματουργικά ΛΤΔ 99 624476
Φυτώρια Χριστοθέα Παναγιώτου

Βίντεο

Ανακοινώσεις

Λεύκωμα Εκδηλώσεων

Φωτογραφικό Άλμπουμ

© Copyright 2019 - Άγιος Θεόδωρος Σολέας / Designed & Developed by NETinfo Plc